Με το γέλιο μου.

Μην κλαις. Δυο λέξεις που έμαθες να ακούς. Δυο λέξεις που συνήθισες να κάνεις. Και κάπως έτσι, αυτό που ένιωθες, δεν πρόλαβες να το γνωρίσεις. Απλά δεν έκλαιγες. Ήξερες μόνο πώς όπως κι αν νιώθεις, δεν κλαις.

Κάποια στιγμή γνώρισες τον τρόμο. Μπήκε στη ζωή σου, χωρίς να το ξέρεις. Τον έβλεπες όμως. Ήταν εκεί. Κάθε μέρα. Και έμαθες να μη μιλάς. Να μη μιλάς γι’ αυτόν. Να μη μιλάς σε αυτόν. Απλά τον δεχόσουν. Τώρα ήξερες να μη μιλάς και να μην κλαις.

Έμαθες όμως να περπατάς. Και να κουνάς τα χέρια. Γρήγορα. Σπασμωδικά. Έπρεπε όλα να γίνονται γρήγορα. Δε ξέρεις πότε θα εμφανιστεί πάλι ο τρόμος. Δε ξέρεις πότε θα νιώσεις, κάτι που δεν έχει όνομα. Ξέρεις μόνο πώς να είσαι σε εγρήγορση. Σε ετοιμότητα. Να μην κλαις και να μη μιλάς. Και να κρύβεσαι.

Από τον τρόμο. Από τις λέξεις. Από την ίδια σου τη φωνή.

Άραγε πώς είναι η φωνή μου; Μόνο το κλάμα μου ακούω. Μονάχα κλάμα έχω μέσα μου; Μα πρέπει να μιλήσω.  Να πω κάποιες λέξεις. Όχι αυτές τις μπερδεμένες. Αυτές είναι του τρόμου. Είναι αυτές που δεν μπόρεσα ποτέ να του πω. Και απλά του φώναζα. Δυνατά. Μήπως και φύγει. Ούτε με το κλάμα έφευγε. Γι’ αυτό πρέπει να μάθω να μιλάω. Θέλω να φύγει. Δεν έφυγε με το κλάμα. Δεν έφυγε με τις φωνές.

Έφυγα. Έφυγα εγώ, μόλις εμφανίστηκε. Ήταν τεράστιος αυτή τη φορά. Όμως δεν κατάφερε να με τρομάξει. Απλωνόταν διαρκώς μπροστά μου, γύρω μου. Τον κοίταγα. Δε μίλαγα. Δεν έκλαψα. Δεν κρύφτηκα. Απλά έφυγα. Ο τρόμος έμεινε εκεί. Ακίνητος. Τεράστιος. Αλλά εκεί. Μακριά μου.

Άκουσα τη φωνή μου. Όχι με λέξεις. Με γέλιο. Έτσι άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή μου. Με το γέλιο μου. Το δικό μου. Το ακούω.

Advertisements

1 Comment

Filed under Uncategorized

Κοίτα, έχει ουρανό.

Το είχε γεμίσει πληγές το σώμα του. Τώρα που βρίσκεται ακίνητος στο κρεβάτι, φαίνονται. Τώρα, που δε σκεπάζεται πια. Τον βαραίνει ακόμα και το σεντόνι. Κάθε φορά που τον σκεπάζω, το πετά μακριά. Ίσως είναι καλύτερα. Ίσως θέλει να βλέπει κι εκείνος τις πληγές του.

Σήμερα μου έδειξε το γόνατό του. Είχε μια πληγή πού έτρεχε αίμα. Με κοίταζε με ένα βλέμμα διαφορετικό. Δεν το είχα ξαναδεί. Ποτέ. Μπροστά μου βρισκόταν ένα μικρό αγόρι, μέσα σε ένα σώμα ενήλικα. Ενός πληγωμένου ενήλικα. Ενός μαραζωμένου άντρα.

Κοντραρίστηκε πολλές φορές με την αδυναμία του. Άλλες φορές νικούσε εκείνη, άλλες φορές αυτός. Πάντα όμως έμεναν τα σημάδια της πάλης τους. Τώρα η αδυναμία κέρδισε περισσότερο έδαφος. Σημάδεψε πολύ βαθιά και έπιασε τον στόχο. Το ξέρει και εκείνος. Ξέρει ότι νικήθηκε. Γι’ αυτό με κοιτά με αυτό το βλέμμα. Γι’ αυτό μου δείχνει το γόνατό του.

Το μάτωσε επειδή ήθελε να φύγει. Πήγε μέχρι την πόρτα. Δεν προχώρησε. Δεν είχε τη δύναμη. Την είχε πάρει η αδυναμία του. Κατέβασε το βλέμμα του πιο χαμηλά. Ντρεπόταν. Με κοίταξε πάλι. Χαμογέλασα. Κοίτα αυτό το κτίριο απέναντι. Κοίτα, είναι παλιό. Είναι βρώμικο. Έχει και κάτι σημάδια. Του λείπουν και κάτι κομμάτια από το γείσο του. Το βλέπεις; Είναι εκεί, ακόμα. Έχει και παντζούρια μισάνοιχτα. Κοίτα, έχει ουρανό από πάνω του. Κοίτα, έχει ουρανό.

Κοιτούσε. Κοιτούσε τον ουρανό. Κοιτούσε κι εμένα. Κι έπειτα γύρισε στο πλάι και χασμουρήθηκε. Ξεκουράσου. Αύριο πάλι. Κοιμήσου, μη φύγεις, να κοιμηθείς. Θα ‘ρθω αύριο, να δούμε τον ουρανό μαζί. Μη μου φύγεις απόψε, θα ματώσεις. Θα ματώσεις κι εμένα. Κοιμήσου, σε αγαπώ.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Προορισμοί.

22 χρόνια. Τόσα δεν είναι; Όχι 23. Είναι 23 χρόνια που είχα να μπω σε αεροπλάνο. Και δεν είναι ότι το απέφευγα, ότι το φοβόμουν. Ίσα ίσα, λατρεύω το αεροπλάνο. Αυτή η αίσθηση ότι είσαι όσο πιο κοντά στα σύννεφα, στον ουρανό και για κάποια λεπτά της ώρας, είσαι δίπλα στα σύννεφα, κοντά τους. Δεν έτυχε να μπω ξανά σε αεροπλάνο. Απλώς δεν.

Μεσολάβησαν πολλά άλλωστε μέσα σ’ αυτά τα χρόνια. Ή μάλλον όχι πολλά, μοναχά, μισή ζωή. Η δική μου μισή ζωή. Ξαναμπήκα πάλι φέτος. Μέσα στο αεροπλάνο. Μια διαδρομή έκανα. Μια διαδρομή επιστροφής. Η αλήθεια είναι πώς με έπιασε μια μίνι κρίση πανικού, την ώρα που περνούσα την είσοδο. Έκατσα όμως στη θέση μου. Φόρεσα και τη ζώνη μου. Και περίμενα. Περίμενα να με πιάσει η μεγάλη κρίση.

Σκεφτόμουν αυτά τα 23 χρόνια. Η κρίση προβλεπόταν όχι απλώς μεγάλη, αλλά τιτάνια. Γιατί τα σκεφτόμουν όλα αυτά; Και γιατί τώρα; Και γιατί μέσα στο αεροπλάνο; Σίγουρα δε ήθελα να πάθω κρίση πανικού μέσα στο αγαπημένο μου μεταφορικό μέσο. Θα χαλούσα την επανασύνδεσή μας.

Του είχα πει ότι φοβάμαι. Φοβάμαι που ταξιδεύω. Φοβάμαι που πήγα σε εκείνον. Φοβάμαι την υπόλοιπη μισή ζωή μου. Φοβάμαι, του είπα πολλές φορές. Και εκείνος μου είπε, πώς αυτό το ταξίδι, είναι μόνο η αρχή. Οι προορισμοί είναι άπειροι, αρκεί να μπω στο αεροπλάνο. Μπήκα όντως, για την επιστροφή. Σε εμένα.

Νομίζω πώς μέχρι να ακούσω τις μηχανές να παίρνουν μπρος, πρέπει να είπα όσες προσευχές δεν είχα πει ποτέ. Στον ήχο τους όμως, ένιωσα την ανάσα μου να βρίσκει το ρυθμό της. Στην απογείωση δε, είμαι σίγουρη ότι ήταν από τις πιο χαρούμενες στιγμές μου. Πετούσα στα σύννεφα και επέστρεφα σε εμένα. Στα χρόνια που με περίμεναν.

Τα άλλα χρόνια, εκείνα τα 23, με έμαθαν να μένω ακίνητη, αταξίδευτη. Ένα μόνο ταξίδι έγινε. Αυτό που με έμαθε να φοβάμαι.

Σε λίγες μέρες θα ταξιδέψω πάλι. Με καράβι αυτή τη φορά. Καθόλου αγαπημένο μεταφορικό μέσο. Τα καράβια μου προκαλούν τρόμο, μόνο και που υπάρχουν. Δε χρειάζεται να μπω μέσα για να τρομοκρατηθώ, η ιδέα τους και μόνο, φτάνει. Ωστόσο τώρα δε φοβάμαι. Ούτε το καράβι, ούτε το ταξίδι. Ούτε καν τα επόμενα 23 χρόνια.

Τώρα που επέστρεψα σε εμένα, δε φοβάμαι τίποτα.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Πάνω από τις ομπρέλες.

Κάτω απ’ αυτές τις ομπρέλες, έβαλες το γκρίζο μου. Το προστάτευσες από το κρύο του χειμώνα. Στις μπόρες της άνοιξης, το σκέπασες απαλά. Το φύλαξες από τις συννεφιές. Από τον αέρα.

Έκανες το γκρίζο μου, χρωματιστό. Του ξαναθύμισες πώς τα χρώματα πρέπει να απλώνονται. Να χορεύουν στον ουρανό. Το χρωματιστό, πετά πάνω από τις ομπρέλες σου. Σε βλέπει που καλοκαίριασες και χορεύει. Αν κοιτάξεις στον ουρανό θα το δεις. Εκεί, κοντά στον ήλιο, είναι. Πάνω από τις ομπρέλες.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

29 μολύβια

Είκοσι εννέα μολύβια. Τα μέτρησα χτες. Τα ξαναμέτρησα και σήμερα το πρωί. Τα αράδιασα πάνω στο τραπέζι. Η μάνα μου με κοίταγε παραξενεμένη. Δεν είπε κάτι. Άλλωστε με ξέρει. Δε μιλάω τα πρωινά. Όμως χαμογέλαγα. Αυτό την παραξένεψε.

Μέτραγα τα μολύβια και χαμογελούσα. Έπειτα από τόσους μήνες. Έπειτα από τόσα μολύβια, χαμογέλαγα. Δεν ήταν επειδή, εκείνη μου έδωσε σημασία. Όχι, το χαμόγελο που ξύπνησε μαζί μου σήμερα, ήταν το χαμόγελο εκείνης. Κόλλησε σαν χαλκομανία πάνω στο πρόσωπό μου.

Η μάνα μου ξεκίνησε το μαγείρεμα. Έπρεπε να σηκωθώ, να πάω στο σαλόνι. Πήρα τον καφέ μου. Πήρα και τα μολύβια μου. Κι ένα ποτήρι από το ντουλάπι. Μέσα στο ποτήρι θα τα βάλω τα μολύβια. Να τα βλέπω. Να τα μετράω. Μια φορά την εβδομάδα. Την ίδια μέρα που πήγαινα να δω εκείνη. Να δω το βλέμμα της και να σκέφτομαι πώς μια μέρα θα μου χαμογελάσει. Θα τα μετράω κάθε εβδομάδα, να θυμάμαι τις φορές, που έφευγα χωρίς τα μάτια της να με δουν.

Είκοσι εννέα μολύβια. Μέσα στο ποτήρι. Πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Κι εγώ με το χαμόγελό της, πάνω μου. Με το βλέμμα της. Με την Κυριακή της. Πόσες μέρες ακόμα για να ξημερώσει Κυριακή; Στην κουζίνα η μάνα μου είχε τον απορροφητήρα να δουλεύει στο φουλ. Πόσες μέρες ακόμα για την Κυριακή; Πέντε, μου απάντησε. Θέλεις πιλάφι ή κριθαράκι; Την Κυριακή να φτάσει θέλω.

Είναι η τρίτη φορά που με καλεί. Δεν απάντησα. Ούτε τώρα θα απαντήσω. Δεν έχω τι να της πω. Δεν μπορώ να την ακούω πια. Βγήκα στο μπαλκόνι. Δε θέλω να ακούω τη φωνή της. Δε θέλω να ακούω τον ήχο της. Απέναντι η κυρά Αλέκα πίνει καφέ και καπνίζει. Δεν πήγε στην εκκλησία φαίνεται. Δεν τις μπορώ τις Κυριακές πια. Δεν τις αντέχω. Έπειτα από εκείνη την Κυριακή, τη δικιά της, δεν τις αντέχω. Δε τις θέλω. Πόσες ώρες ακόμα για να ξημερώσει Δευτέρα; Τότε θα την ξεχάσω. Τότε θα φορέσω πάλι το δικό μου χαμόγελο. Το δικό της, το έχω ξεκολλήσει από πάνω μου. Μόνο τις Κυριακές είμαι γυμνός. Δε φορώ κανένα χαμόγελο. Ούτε και το χάδι της. Δεν υπάρχει τίποτα πια από εκείνη. Μόνο εγώ. Και τα μολύβια. 29 μολύβια στο συρτάρι της κουζίνας.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Το γλυκό σταφύλι.

Χτίζεις το σπίτι σου σε μια γωνία του δρόμου. Λίγο ανάμεσα σε ουρανό και γη. Βάζεις χρώμα και στολίδια. Άνθρωποι περπατούν και το κοιτούν. Ένας σηκώνει το κεφάλι του και κοιτά το μπαλκόνι σου.

Κι εσύ μέσα από τα παντζούρια παρατηρείς. Βλέπεις τις κινήσεις του, το βλέμμα του, ακούς τα επιφωνήματα και τους ψιθύρους του θαυμασμού. Θαυμάζει το σπίτι ή εσένα που το έχτισες;

Ο άνθρωπος βρίσκεται στην πόρτα. Χτυπάει το κουδούνι και ζητά να του ανοίξω. Θέλει να μπει μέσα, να δει και το εσωτερικό του σπιτιού. Η ομορφιά σίγουρα βρίσκεται παντού. Ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη.

Άνοιξα με χαρά την πόρτα. Προχώρησε από το χωλ στο σαλόνι. Κάθησε στην πολυθρόνα και του πρόσφερα καφέ. Έμεινε ως το βράδυ. Και τα μάτια του κοιτούσαν και ρουφούσαν τα χρώματα και τα στολίδια μου.

Σκοτείνιασε έξω και πρέπει να κλειδώσω. Εκείνος έφυγε, αλλά υποσχέθηκε πως θα ξαναέρθει. Του άρεσε πολύ το σπίτι και θέλει να δει και το υπόλοιπο. Όντως ξαναήρθε. Περίσσεια χαρά. Άνοιξα και τα παντζούρια να μπει το φως, μαζί του.

Ανέβηκε στον όροφο. Λάτρεψε τη ξύλινη παλιά σκάλα. Η ομορφιά δε χάνεται μέσα στα χρόνια. Βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταξε τον ουρανό. Εισέπνευσε τον αέρα που ερχόταν μέσα από το σπίτι. Κοίταξε τον δρόμο. Η αναπνοή του σταμάτησε. Η όψη του αγρίεψε.

Στα χέρια μου κρατούσα το βάζο. Το γλυκό σταφύλι. Και έπεσε. Και έσπασε. Εκείνος έτσι όπως έτρεξε να φύγει, δεν κοίταξε πως ήμουν δίπλα του…και έπεσε το βάζο. Το γλυκό σταφύλι. Έσπασε.

Τον είδα όπως έφευγε. Δεν κοιτούσε. Έφυγε χωρίς να δει. Χωρίς να με δει. Κοιτούσε μόνο το σπίτι.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Τηγανητές πατάτες

Ο κύριος Μιχάλης σήμερα φοράει καινούργια παπούτσια. Το πρόσωπό του είναι πιο χαμογελαστό. Όταν άνοιξε την πόρτα, τα μάγουλά του ήταν ήδη κόκκινα. Σαν να ντρεπόταν που αγόρασε καινούργια παπούτσια. Καλησπέρισε την Κατερίνα και τον Γιώργο και κάθησε στο τραπέζι του. Αυτό στην γωνία, για να μπορεί να έχει οπτική στο δρόμο.

Σήμερα θα φάει μαυρομάτικα και γόπες τηγανητές. Τακτοποιεί τα μαχαιροπήρουνα και την χαρτοπετσέτα μπροστά του. Γεμίζει το ποτήρι με το λευκό κρασί που πίνει πάντα με το φαγητό του. Το κόκκινο το πίνει μετά, μαζί με τις τηγανητές πατάτες του. Αφού τελειώσει με το δικό του φαγητό.

Αγόρασα καινούργια παπούτσια Μαρία. Επέμενες τόσο καιρό να αγοράσω, γκρίνιαζες ότι πάλιωσαν τα άλλα. Ναι, γκρίνιαζες. Το έβλεπα στο βλέμμα σου, κάθε φορά που κοιτούσα τη φωτογραφία σου. Μη μου λες όχι, σε ξέρω καλά. Αναγνωρίζω αυτό το βλέμμα. Με κοιτούσες και μισοέκλεινες  τα βλέφαρα, προσπαθώντας να αποκτήσεις μοχθηρότητα παρότι δεν τα κατάφερες ποτέ. Έβγαζες λέξεις από το στόμα σου προκειμένου να γκρινιάξεις, αλλά η φωνή σου τραγουδούσε. Ζουζούνιζες γύρω μου σα μαμούνι, μέχρι να με πείσεις.

Δύο εβδομάδες τώρα η φωτογραφία σου έχει αλλάξει. Όχι δε φταίει που κιτρίνισε από τον ήλιο. Την καθαρίζω Μαρία την κορνίζα. Με χαρτί και άζαξ. Όπως μου έμαθες. Μην προσπαθείς να βρεις μια αιτία και απλά παραδέξου πώς με κοίταγες γιατί έπρεπε να αγοράσω καινούργια παπούτσια. Τα αγόρασα. Τα φοράω. Αφού με βλέπεις, το ξέρω. Πίσω από το τζάμι κάθεσαι, σε βλέπω. Γιατί όμως δεν μπαίνεις μέσα; Βρέχει έξω. Εντάξει δεν επιμένω. Γόπες παρήγγειλα και μαυρομάτικα. Ας είναι βαριά για βράδυ, θα τα φάω γιατί μου αρέσουν. Αν είναι να γκρινιάζεις για τα φασόλια, τότε κι εγώ θα γκρινιάξω που βρέχεσαι. Έλα μέσα Μαρία, έχεις γίνει μούσκεμα. Μη μου εξηγείς ότι είσαι στο μυαλό μου. Ναι, έχω κλείσει τα παντζούρια στο σπίτι. Και την απλώστρα την έβαλα μέσα. Πρέπει να έρθεις κι εσύ μέσα τώρα γιατί η βροχή δυναμώνει. Έλα μέσα σε παρακαλώ, Μαρία. Ναι, θυμήθηκα να σύρω το τζαμάκι και δε θα βραχεί η φωτογραφία σου.

Έλα μέσα Μαρία, οι τηγανητές πατάτες σου και το κόκκινο κρασί σου, είναι στο τραπέζι.

 

in-the-tavern-1899.jpgHalfHD

Laszlo Mednyanszky, 1899

 

Leave a comment

Filed under Uncategorized