Η καρέκλα.

Στεκόμουν κάμποση ώρα έξω απ’ αυτό το σπίτι. Προσπαθούσα να φανταστώ τις μυρωδιές του, τις φωνές να ακούσω, τις ζωές. Αυτές που βρίσκονταν εκεί πριν τα αγριόχορτα φυτρώσουν. Δεν είχε φράχτη γύρω του. Θα μπορούσα να πάω πιο κοντά. Ήθελα πολύ να πάω. Να ακουμπήσω την πόρτα, να προσπαθήσω να την ανοίξω. Ήθελα την φαντασία μου να τη δω. Να δω την αποτελεσματικότητά της.

Το πείσμα μου το παιδικό, με έφτασε στο ένα μέτρο. Έγειρα να μυρίσω το ξύλο. Άπλωσα το χέρι μου να αγγίξω τον τοίχο. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έκανα. Άκουσα τη φίλη μου εκείνη τη στιγμή. Με φώναζε για να φάμε. Το φαγητό ήταν έτοιμο. Τα σουτζουκάκια μύριζαν σε όλο το δρομάκι.

Το δικό της το σπίτι είχε ζωές. Είχε φωνές. Είχε μυρωδιές. Είχε φαγητό ζεστό. Ένα τραπέζι στρωμένο. Μια καρέκλα που με περίμενε. Μια καρέκλα, που λίγα χρόνια πριν, την είχα σπάσει με τον εγωισμό μου.

Η φίλη μου όμως αγόρασε άλλη καρέκλα. Καινούργια. Γιατί ήξερε ότι θα ξαναπάω να κάτσω. Ήθελε να ξαναπάω.

Φωτογράφισα το παλιό σπίτι και έτρεξα με χαρά στο σπιτικό που μοσχοβολούσε. Μοσχοβολούσε από ζωή. Από αγάπη. Από φιλία. Γιατί τελικά, οι φίλοι φαίνονται στην αδυναμία σου. Οι φίλοι μαζεύουν την σπασμένη καρέκλα και αγοράζουν καινούργια για εσένα.

Advertisements

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Μέχρι χτες.

Έφτιαχνε πάντα τις λέξεις εικόνες. Και αντίστροφα. Αλλά πιο πολύ έφτιαχνε εικόνες. Είτε πραγματικές είτε φανταστικές. Υπήρχε ένα τραγούδι. Πέντε χρόνια πριν. Κι ένας στίχος. Που την κέντριζε. Την απογείωνε. Πήγαινε πιο πάνω κι από τα σύννεφα όταν το άκουγε. Ειδικά αυτές τις επτά λέξεις. Ήταν και επτά. Ο αγαπημένος της αριθμός. Και ακόμα δεν είχε βρει την εικόνα τους. Μέχρι χτες.

Ένα ποίημα έρωτα, έρωτα έτσι όπως τον υποπτευόταν, είχε γίνει τραγούδι. Το άκουγε χωρίς να το ταιριάξει κάπου. Σε κάποιον. Ίσως να μην ήθελε να το ταιριάξει. Τον υποπτευόταν τον έρωτα. Δεν τον ζούσε. Δεν τον ήξερε. Δεν τον άφησε να την γνωρίσει.

Κάθε φορά που ερχόταν κοντά της, εκείνη έβγαινε στο μπαλκόνι της. Καθόταν μόνη και άκουγε το τραγούδι της. Τον στίχο της. Τις επτά λέξεις της. Δεν τις έκανε εικόνα. Δεν ήθελε να τις κάνει εικόνα. Έφτιαχνε άλλες εικόνες. Με τα δικά της λόγια. Λόγια που έλεγε μόνη της στο μπαλκόνι της. Όλα δικά της. Φτιαγμένα από εκείνη. Και κάπου απέναντι ήταν το ποίημα. Κάπου μακριά της. Δεν το άφηνε να έρθει.

Πήγαινε βόλτες κάποιες φορές. Έψαχνε να βρει το ποίημα. Να φτιάξει εικόνα στο ποίημα. Στις επτά λέξεις της. Γύριζε πάντα στο μπαλκόνι της, έπειτα από κάθε βόλτα. Και άφηνε το ποίημα κάπου μακριά. Δεν έψαχνε πια να φτιάξει εικόνα.

Είχε φτιάξει έναν φράχτη εκείνη. Και δεν άφηνε να την γνωρίσει κανένας. Υποψίες ερώτων, σκόρπια ποιήματα στέκονταν απέναντί της. Δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει. Δεν ήθελε να γίνουν η εικόνα της. Άκουγε το τραγούδι της. Και δεν έβλεπε. Μόνο άκουγε. Χωρίς εικόνα. Μέχρι χτες.

Χτες πήγε μια βόλτα. Ακόμα μια βόλτα. Έμοιαζε συνηθισμένη. Από αυτές που απολάμβανε. Από αυτές που φοβόταν το αύριο. Έμοιαζε συνηθισμένη. Κοντοστάθηκε. Δείλιασε από τον φόβο της. Για μια στιγμή ήθελε να επιστρέψει στο μπαλκόνι της. Και φοβήθηκε ακόμα πιο πολύ. Της έμοιαζε πολύ συνηθισμένη η βόλτα της. Ωστόσο την έκανε. Και δεν ήταν. Συνηθισμένη δεν ήταν.

Ήταν οι λέξεις της εκεί. Αυτές οι επτά λέξεις του ποιήματος. Αυτές που την λάτρευαν τόσο καιρό. Ήταν εκεί. Την περίμεναν. Αυτές που τις άκουγε χωρίς να τις βλέπει. Ήταν εκεί. Μπροστά της. Αλλά δεν τις έβλεπε. Τις αισθανόταν. Τις μύριζε. Τις ένιωθε. Και άνοιξε τα μάτια της και τις είδε. Ήταν εκεί.

Και όταν γύρισε από την βόλτα, δε βγήκε στο μπαλκόνι της. Άνοιξε μόνο για να φύγει ο φόβος της. Και εκείνος στεκόταν μπροστά της. Ξάπλωσε δίπλα της όλη νύχτα. Εκείνη δεν τον άκουγε. Της ψιθύριζε όλη νύχτα στο αυτί της. Εκείνη δεν τον άκουγε. Είχε δει τις λέξεις της. Είχε νιώσει τις λέξεις της. Ήξερε πώς θα ξύπναγε χωρίς τον έρωτα. Ήξερε όμως πώς δε θα φοβηθεί πια, γιατί είναι η κοιλιά του ηλιόλουστη πλατεία.

περνώ απ΄ το σώμα σου σαν απ΄ τον κόσμο,

είναι η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία,

τα στήθη σου ναοί όπου τελούνται

του αίματος τα παράλληλα μυστήρια,

σαν το κισσό οι ματιές μου σε σκεπάζουν,

είσαι μια πόλη πελαγοζωσμένη,

ένα οχυρό που έχει το φως διχάσει

σε δυό ροδακινόχρωμα κομμάτια,

μια γη απ΄ αλάτι από πουλιά και βράχους

κάτω από του μεσημεριού τον νόμο

Octavio Paz

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Χωρίς χάρακα.

Έχτισες το τείχος σου. Κοίτα, δεν είναι ίσιο. Διαγώνιο είναι. Όπως η ζωή σου. Όπως οι γραμμές που γράφεις στο χαρτί.

Μα δεν κατάφερες ποτέ να κάνεις μια ίσια, μια ευθεία γραμμή. Πάντα διαγώνια. Δεν είχες και χάρακα άλλωστε.

Ωστόσο, όλα καλά ως εδώ. Ακόμα και χωρίς χάρακα. Όμορφες οι διαγώνιες γραμμές σου. Συμμετρικές μέσα στο χάος σου.

Κοίτα τα κλαράκια του κορμού σου. Αποζητούν τον ήλιο, τον ουρανό. Μη χτίσεις άλλο. Μην κόψεις τα κλαράκια. Χαμογέλα τους. Απλά χαμογέλα, διαγώνια.

Κάποιο απόγευμα του 2018, στη μέση του Ιούνη.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Δε σε γυρίζει πίσω η ομίχλη.

Δεν την άντεχε άλλο. Ναι, εκείνη δεν άντεχε. Εκείνη που τον αγαπούσε. Τον αγαπούσε. Το ήξερε. Όλες τις ώρες τον αγαπούσε. Ανακάλυπτε κάθε ώρα κάτι σε εμένα για να αγαπάει. Όμως δεν το αντέχω.

Μπήκε στο αυτοκίνητο. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Μια βόλτα μακριά της και να επιστρέψει. Το συνηθισμένο. Έστριβε το τιμόνι προς τα φώτα και ο δρόμος τον έβγαζε πάλι στο σπίτι. Σε εκείνη που τον αγαπούσε.

Γιατί έχει ομίχλη απόψε; Όσα βράδια κι αν είχε φύγει, ο ουρανός ήταν ξάστερος. Ήταν μαζί μου ο ουρανός. Με γυρνούσε σε εκείνη ο ουρανός. Απόψε δεν την άντεχε. Κι απόψε έχει ομίχλη.

Έφτασε στα φώτα. Το τιμόνι δεν στρίβει. Ο δρόμος είναι γνωστός. Το πρόσωπό της όμως, δεν είναι πια. Είχε ομίχλη απόψε. Την είδα. Την είδα όταν μπήκα στο αυτοκίνητο.

Κάθε φορά την κοίταγε πριν ξεκινήσει. Κοιτούσε τα μάτια της. Ήταν τα φώτα που τον γύριζαν πίσω. Στο σπίτι. Αλλά δεν έβλεπα πια. Ούτε πριν.

Δεν έβλεπε την ομίχλη που είχαν τα μάτια της.

Δεν έβλεπε να γυρίσει πίσω. Δε σε γυρίζει πίσω η ομίχλη. Σε οδηγεί εκείνη όπου θέλει. Δε βλέπεις. Ούτε εκείνος την έβλεπε. Δεν έβλεπε ότι τον αγαπούσε. Μόνο κοίταγε τα μάτια της, τα φώτα.

Ακολουθούσε τα φώτα. Κι απόψε η ομίχλη θόλωσε τα φώτα. Δεν έχει πως να γυρίσει. Δεν έχει πού να γυρίσει. Ο ουρανός δεν τον αντέχει πια. Το τιμόνι ακολουθεί την ομίχλη. Την ομίχλη της.

Ευχαριστώ θερμά τον Γιάννη Κιοϊνέ για τη φωτογραφία του και την έμπνευση.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Τα σεντόνια.

Ξυπνάς στις 6:00. Ανοίγεις το παράθυρο να δεις τον ουρανό. Εκεί είναι. Σταθερός. Διαφορετικός ωστόσο σταθερός. Φτιάχνεις καφέ. Καπνίζεις 4 τσιγάρα, όπως ο Παπάζογλου. Κάθεσαι στο κρεβάτι που χτες το βράδυ οι σκέψεις είχαν μπερδευτεί με τα σεντόνια σου.

Εικόνες είναι περισσότερο παρά σκέψεις. Εικόνες στο παρόν. Που έγιναν μέλλον. Μερικές και παρελθόν. Καμμιά δεν μένει στάσιμη. Κάπου πηγαίνουν.

Εγώ πάντως σήμερα πήγα στο κέντρο της Αθήνας. Είχε αρκετή κίνηση. Είχε και ωραία τραγούδια το ραδιόφωνο. Είχε και αγαπημένα πρόσωπα μέσα στο αυτοκίνητο. Πρόσωπα στο παρόν, από το παρελθόν.

Νομίζω πώς αν δεν έγραφα, θα είχα τρελαθεί. Έτσι δε λέμε για όλους; Αυτός/ αυτή τρελάθηκε. Με τόση ευκολία. Βέβαια, μπορεί επειδή τρελάθηκα να γράφω. Δε ξέρω. Δεν το έχω αποφασίσει ακόμη. Έχω αποφασίσει όμως να κάνω τις εικόνες μου, λέξεις. Και τους ανθρώπους να τους κάνω λέξεις. Και να τις γράφω. Να γράφω για την κόρη μου, που χτες διάβαζε τα εφηβικά της λευκώματα. Για τον γιο μου, που τσαντίστηκε γιατί δεν έβρισκε τις κάλτσες του. Για τη μάνα μου, που χορεύει ακόμα. Για την αδελφή μου που βαδίζει στην ακεραιότητα. Και για μια γυναίκα στο εδώλιο σήμερα που αδικούσε το δίκιο της.

Άνθρωποι. Στιγμές. Λέξεις. Εικόνες. Λέξεις. Γέλια. Κλάματα. Λέξεις. Τσαντίλες. Κάβλες. Λέξεις. Τραγούδια. Φωνές. Λέξεις. Τρέλα. Σωφροσύνη. Αγκαλιές. Και ξανά αγκαλιές. Λέξεις πάλι. Παντού λέξεις. Παντού άνθρωποι. Παντού στιγμές. Παντού εικόνες.

Λέξεις. Σεντόνια. Τα σεντόνια μου. Πρέπει να τα ξεστρώσω τώρα, για να κοιμηθώ.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Με το γέλιο μου.

Μην κλαις. Δυο λέξεις που έμαθες να ακούς. Δυο λέξεις που συνήθισες να κάνεις. Και κάπως έτσι, αυτό που ένιωθες, δεν πρόλαβες να το γνωρίσεις. Απλά δεν έκλαιγες. Ήξερες μόνο πώς όπως κι αν νιώθεις, δεν κλαις.

Κάποια στιγμή γνώρισες τον τρόμο. Μπήκε στη ζωή σου, χωρίς να το ξέρεις. Τον έβλεπες όμως. Ήταν εκεί. Κάθε μέρα. Και έμαθες να μη μιλάς. Να μη μιλάς γι’ αυτόν. Να μη μιλάς σε αυτόν. Απλά τον δεχόσουν. Τώρα ήξερες να μη μιλάς και να μην κλαις.

Έμαθες όμως να περπατάς. Και να κουνάς τα χέρια. Γρήγορα. Σπασμωδικά. Έπρεπε όλα να γίνονται γρήγορα. Δε ξέρεις πότε θα εμφανιστεί πάλι ο τρόμος. Δε ξέρεις πότε θα νιώσεις, κάτι που δεν έχει όνομα. Ξέρεις μόνο πώς να είσαι σε εγρήγορση. Σε ετοιμότητα. Να μην κλαις και να μη μιλάς. Και να κρύβεσαι.

Από τον τρόμο. Από τις λέξεις. Από την ίδια σου τη φωνή.

Άραγε πώς είναι η φωνή μου; Μόνο το κλάμα μου ακούω. Μονάχα κλάμα έχω μέσα μου; Μα πρέπει να μιλήσω.  Να πω κάποιες λέξεις. Όχι αυτές τις μπερδεμένες. Αυτές είναι του τρόμου. Είναι αυτές που δεν μπόρεσα ποτέ να του πω. Και απλά του φώναζα. Δυνατά. Μήπως και φύγει. Ούτε με το κλάμα έφευγε. Γι’ αυτό πρέπει να μάθω να μιλάω. Θέλω να φύγει. Δεν έφυγε με το κλάμα. Δεν έφυγε με τις φωνές.

Έφυγα. Έφυγα εγώ, μόλις εμφανίστηκε. Ήταν τεράστιος αυτή τη φορά. Όμως δεν κατάφερε να με τρομάξει. Απλωνόταν διαρκώς μπροστά μου, γύρω μου. Τον κοίταγα. Δε μίλαγα. Δεν έκλαψα. Δεν κρύφτηκα. Απλά έφυγα. Ο τρόμος έμεινε εκεί. Ακίνητος. Τεράστιος. Αλλά εκεί. Μακριά μου.

Άκουσα τη φωνή μου. Όχι με λέξεις. Με γέλιο. Έτσι άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή μου. Με το γέλιο μου. Το δικό μου. Το ακούω.

1 Comment

Filed under Uncategorized

Κοίτα, έχει ουρανό.

Το είχε γεμίσει πληγές το σώμα του. Τώρα που βρίσκεται ακίνητος στο κρεβάτι, φαίνονται. Τώρα, που δε σκεπάζεται πια. Τον βαραίνει ακόμα και το σεντόνι. Κάθε φορά που τον σκεπάζω, το πετά μακριά. Ίσως είναι καλύτερα. Ίσως θέλει να βλέπει κι εκείνος τις πληγές του.

Σήμερα μου έδειξε το γόνατό του. Είχε μια πληγή πού έτρεχε αίμα. Με κοίταζε με ένα βλέμμα διαφορετικό. Δεν το είχα ξαναδεί. Ποτέ. Μπροστά μου βρισκόταν ένα μικρό αγόρι, μέσα σε ένα σώμα ενήλικα. Ενός πληγωμένου ενήλικα. Ενός μαραζωμένου άντρα.

Κοντραρίστηκε πολλές φορές με την αδυναμία του. Άλλες φορές νικούσε εκείνη, άλλες φορές αυτός. Πάντα όμως έμεναν τα σημάδια της πάλης τους. Τώρα η αδυναμία κέρδισε περισσότερο έδαφος. Σημάδεψε πολύ βαθιά και έπιασε τον στόχο. Το ξέρει και εκείνος. Ξέρει ότι νικήθηκε. Γι’ αυτό με κοιτά με αυτό το βλέμμα. Γι’ αυτό μου δείχνει το γόνατό του.

Το μάτωσε επειδή ήθελε να φύγει. Πήγε μέχρι την πόρτα. Δεν προχώρησε. Δεν είχε τη δύναμη. Την είχε πάρει η αδυναμία του. Κατέβασε το βλέμμα του πιο χαμηλά. Ντρεπόταν. Με κοίταξε πάλι. Χαμογέλασα. Κοίτα αυτό το κτίριο απέναντι. Κοίτα, είναι παλιό. Είναι βρώμικο. Έχει και κάτι σημάδια. Του λείπουν και κάτι κομμάτια από το γείσο του. Το βλέπεις; Είναι εκεί, ακόμα. Έχει και παντζούρια μισάνοιχτα. Κοίτα, έχει ουρανό από πάνω του. Κοίτα, έχει ουρανό.

Κοιτούσε. Κοιτούσε τον ουρανό. Κοιτούσε κι εμένα. Κι έπειτα γύρισε στο πλάι και χασμουρήθηκε. Ξεκουράσου. Αύριο πάλι. Κοιμήσου, μη φύγεις, να κοιμηθείς. Θα ‘ρθω αύριο, να δούμε τον ουρανό μαζί. Μη μου φύγεις απόψε, θα ματώσεις. Θα ματώσεις κι εμένα. Κοιμήσου, σε αγαπώ.

Leave a comment

Filed under Uncategorized